Αίτηση αναίρεσης. Ερημοδικία αναιρεσίβλητης. Δικάζεται σα να ήταν παρούσα. Έννοια άμεσου και παρόντος εννόμου συμφέροντος. Αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ για την παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου. Έννοια του απαραδέκτου και εμβέλεια του αναιρετικού αυτού λόγου. Απόρριψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως απαράδεκτης ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αντέφεσης της αναιρεσείουσας καθώς και του προσθέτου λόγου αντέφεσης για τον ίδιο λόγο εξαιτίας του παρακολουθηματικού χαρακτήρα του. Το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση του αυτή διότι θεώρησε πως με την αντέφεσή της η αναιρεσείουσα παραπονέθηκε μόνον για τη μη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της αγωγής της αναιρεσίβλητης ως νόμω αβάσιμης κατά την κύρια βάση της, αντί της ορθής απόρριψής της ως ουσία αβάσιμης. Ωστόσο, από την επισκόπηση του δικογράφου της επίμαχης αντέφεσης προκύπτει πως η αναιρεσείουσα είχε ζητήσει την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της ως νόμω και ουσία αβάσιμης, δηλαδή και ως προς την επικουρική της βάση. Εφόσον, λοιπόν, η τελευταία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η αναιρεσείουσα είχε πρόδηλο άμεσο και παρόν έννομο συμφέρον να παραπονεθεί για την κρίση τούτη σε δεύτερο βαθμό. Το απαράδεκτο που κήρυξε, επομένως, το Εφετείο δεν είχε νόμιμο έρεισμα. Δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης. Η παραδοχή του λόγου αυτού, ο οποίος αφορά την αντέφεση και τον πρόσθετο λόγο της, επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς την έφεση της αναιρεσίβλητης, μια που έφεση και αντέφεση πλήττουν τα ίδια κεφάλαια της πρωτοβάθμιας απόφασης. Συνεπώς, η δευτεροβάθμια απόφαση αναιρείται στο σύνολό της. Παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου αναίρεσης καθώς αυτός καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου. Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμπει.
